Μόραλης Ιωάννης

Ζωγράφος

moralis_ekΓεννήθηκε στην Άρτα. Το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών  Τεχνών της Αθήνας, για να σπουδάσει κοντά στον Αργυρό, τον Γερανιώτη, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό ζωγραφική και χαρακτική.

Το 1936 αποφοίτησε από την Σχολή Καλών Τεχνών και τον επόμενο χρόνο, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, έφυγε για την Ρώμη. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου φοίτησε, παρακολούθησε μαθήματα νωπογραφίας, στην École Nationale des Beaux Arts, στα εργαστήρια ζωγραφικής και τοιχογραφίας. Παράλληλα εγγράφηκε στην École des Arts et Metiers, για τη σπουδή του ψηφιδωτού.

Το 1947 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1949 μαζί με αρκετούς ακόμα Έλληνες ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Νικολάου και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής  ομάδας “Αρμός”, ενώ συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της στο Ζάππειο, το 1950.

Από το 1954, ξεκίνησε η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης του  Καρόλου Κουν, ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με το Εθνικό Θέατρο. Το 1957 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής στην  Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο στην Μπιενάλε της Βενετίας στα πλαίσια της οποίας προτάθηκε για ένα μικρό διεθνές βραβείο. Το 1959 πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην αίθουσα εκθέσεων “Αρμός”.

Το έργο του περιλαμβάνει επιπλέον εικονογραφήσεις βιβλίων των ποιητών Ελύτη και Σεφέρη, εξώφυλλα δίσκων μουσικής, γλυπτά, τοιχογραφίες καθώς και σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος και τα μπαλέτα του Ελληνικού Χοροδράματος. Στα πιο γνωστά του έργα συγκαταλέγονται οι διακοσμήσεις της ΒΔ και της ΝΑ πλευράς του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας, και οι συνθέσεις του στον σταθμό Πανεπιστημίου του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου της Αθήνας.

Βασικός εκπρόσωπος της Γενιάς του ’30 ο Γιάννης Μόραλης διατρέχει με την τέχνη του, μέσα από μια συνεχώς εξελισσόμενη πορεία, περισσότερο από μισόν αιώνα. Η ζωγραφική του, διατηρώντας πάντα τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα, αναπτύσσεται με συνέπεια και συνοχή, προβάλλει την “κλασική” της ταυτότητα, προσεγγίζει το κρίσιμο θέμα της ελληνικότητας με ένα απόλυτα αναγνωρίσιμο και προσωπικό ύφος. Από τις πρώτες προσπάθειές του τη δεκαετία του 1930 έως τις μετά του 1970 γεωμετρικές του συνθέσεις, το γυναικείο σώμα, η σχέση άνδρα – γυναίκας, το δίπολο Έρωτας – Θάνατος, αποτελούν τη σταθερή θεματική επιλογή του.

Η διδασκαλία του στην ΑΣΚΤ, η ενασχόλησή του με τη χαρακτική, την εικονογράφηση, τη σκηνογραφία, τις αρχιτεκτονικές εφαρμογές, αλλά και τη γλυπτική, ολοκληρώνουν την εικόνα ενός πολύπλευρου δημιουργού, ο οποίος αντιμετωπίζει την τέχνη ως στάση και φιλοσοφία ζωής.

Οι εικόνες του επηρεάζουν τη μεταπολεμική αισθητική, άμεσα και καθοριστικά, διεκδικούν μια ξεχωριστή θέση στο σώμα της ελληνικής ζωγραφικής, ενώ η προσφορά του εκτείνεται και ξεπερνά κατά πολύ τα όρια των εικαστικών του καταθέσεων. Αποτελεί ίσως μια από τις μοναδικές εκείνες περιπτώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών, των οποίων το έργο έχει κατορθώσει να κερδίσει την καθολική αποδοχή και να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Η τέχνη του συνθέτει μια από τις πιο ολοκληρωμένες και γόνιμες εκφράσεις της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα.

Τιμήθηκε πρώτη φορά με βραβείο ζωγραφικής το 1940. Το 1965, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τού απένειμε τον Ταξιάρχη του Φοίνικος. Το 1973 έλαβε Χρυσό Μετάλλιο στην Διεθνή Έκθεση του Μονάχου. Το 1979 του απονεμήθηκε το Αριστείο των Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Αποχώρησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1983, και το 1988, η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Το 1999 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Ταξιάρχη
της Τιμής.

Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου του 2009